Γνάφαλα 2010- Αποτελέσματα Διαγωνισμού (ποιήματα)

ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΟ ΜΟΥΣΕΙΟ ΣΟΥΦΛΙΟΥ "ΤΑ ΓΝΑΦΑΛΑ"
ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟ ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΓΝΑΦΑΛΑ 2010
ΕΚΘΕΣΕΙΣ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΩΝ 
ΘΕΜΑ 1ο- ΠΕΡΙΠΑΤΟΣ
ΘΕΜΑ 2ο- ΜΥΘΟΙ ΚΑΙ ΠΑΡΑΔΟΣΕΙΣ


 --
Αποτελέσματα Διαγωνισμού
στα Ποιήματα


Ψηφίστηκαν τα 3 καλύτερα ποιήματα στο θέμα Περίπατος

1ο ποίημα Χρήστος Δασκαλάκης- Η Βαλίτσα
2ο ποίημα Αντώνης Πυροβολάκης- Ο Ουραγός των Λέξεων
3ο ποίημα Ευτυχία Καπαρδέλη- Ακίνητο Σώμα

Ψηφίστηκαν τα 3 καλύτερα ποιήματα στο θέμα Μύθοι και Παραδόσεις

1ο ποίημα Χρήστος Δασκαλάκης- Αντί κλαδί Ελιάς
2ο ποίημα Κωνσταντίνος Δημητράντζος- Το Πέτρινο Δάσος
3ο ποίημα Άρτεμις Βεζιργιαντζίκη- Αστερία


--
Ακολουθούν τα ποιήματα με τυχαία σειρά

ΠΟΙΗΜΑΤΑ
7 ΣΥΜΜΕΤΟΧΕΣ
ΘΕΜΑ 1ο- ΠΕΡΙΠΑΤΟΣ

ΧΡΗΣΤΟΣ ΔΑΣΚΑΛΑΚΗΣ
Η ΒΑΛΙΤΣΑ


Και είπες πως θα φύγεις.

Ταξίδι μιας στιγμής, στου άγνωστου το σπίτι.
Και μου έσφιξες το χέρι
Με ρούχα φωτεινά, της άνοιξης παρτέρι.
Και πήρες την βαλίτσα
Δεν ήξερες το πού, δεν ήθελες πυξίδα.
Και έκανες να φύγεις
Σαν Ήλιος βιαστικός που ήθελε να δύσει.
Και είπες ένα αντίο
Ακούστηκε σιωπή και απάντησε ο ήχος.
Και άνοιξες την πόρτα χωρίς αναβολή προχώρησες στο τώρα.
Και χάθηκες στο άπειρο
Ο χρόνος κύλαγε δειλά στου δρόμου σου το άγνωστο.
Και πέρναγε ο καιρός
Σελίδα αδειανή, μελάνι ο καημός.
Και χτύπησε η πόρτα
Χωρίς βαλίτσα να κρατάς, χωρίς φυγής τα λόγια.
Και μίλησες για πόνο
Χωρίς ψευτιά και άδικο δεν φτάνεις κάποιον στόχο.
Και μίλησα και είπα, όσο το θρήνο θα κερνούν, θα πίνουμε ελπίδα.


-
ΝΙΚΟΣ ΠΟΛΥΖΟΣ
ΛΙΑΚΑΔΑ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ




Λιακάδα αυτήν την Κυριακή
ένας περίπατος στη λίμνη
κι όλα τα όχι σου γυαλί
να χαρακώνουνε τη μνήμη.

Σε νιώθω δίπλα να περνάς
σαν αεράκι που δροσίζει
και της χαράς ο κουμπαράς
πάλι στιγμιότυπα γεμίζει.

Κάτω απ’ τα αστέρια δυο ευχές
που ενωθήκαν στο φιλί μας
μα ήρθαν κρύα και βροχές
και νύχτες στην ανατολή μας.


Τώρα διαβάζω στα στενά
τετράστιχα κουρελιασμένα
και με υφάσματα λινά
κρύβω τον πόνο μου για σένα.

Σε ξένους δρόμους θα χαθώ
σε λεωφόρους μεθυσμένες
θα ντύσω πάλι το «εγώ»
από βιτρίνες νοικιασμένες.

Και θα πετάξω στο βοριά
τη σκουριασμένη αναπνοή σου
για να την πάρει μακριά
στον ύπνο σου να’ ναι μαζί σου.


- 
ΑΝΤΩΝΗΣ ΠΥΡΟΒΟΛΑΚΗΣ
Ο ΟΥΡΑΓΟΣ ΤΩΝ ΛΕΞΕΩΝ
 
Θα  με  ξεβράσει  το  κατράμι  αυτής της  νύχτας
στις  ξέρες  του αβάσταχτου  γαλάζιου  μιας  αυγής  νότια  των  Μαλδίβων,
σακατεμένα  αλμπατρός  στο  διηνεκές  θα  γράφουν  της  ζωής  μου  τις  τροχιές
κι  εσύ  με  μία  πινελιά  σκοτάδι  αντί  για  πρόσωπο,  μισοκρυμμένος
 πίσω από  του  όπιου  τη  ζάλη
θα  ψιθυρίζεις  ότι  οι  τυφώνες  γεννιούνται  και  ξεφεύγουν  μέσα
απ'  τις  ματιές
όσων  τρελάθηκαν  από  αγάπη.
Μια  πυρκαγιά  από  τ'  αστέρια  ήρθε  στο κρεβάτι  μου  απόψε   και
μου  εξομολογήθηκε  τραυλίζοντας.
''  Τη   σκόνη   μοναχά  να  αγαπήσεις ,  τίποτα  άλλο . ''
Στο  δεύτερο   συρτάρι  του  γραφείου  μου  υπάρχει  ένα  περίστροφο.
Κανείς  δεν  πυροβόλησε  ποτέ  μ' αυτό,  την  παρθενιά  του  κράτησε  για  μένα.
Ακούω  την  αδημονία   της  σιωπής
Το  φαύλο  κύκλο  των  λυγμών.
Τις  αντοχής  μου  οι  σερπαντίνες  στις  αύρες  του  Ειρηνικού  θα
φτερουγίσουν  δακρυσμένες
μέσα  στης  σιγαλιάς  τους  τη  σοφία.
Είμαι  ο  ουραγός  των  λέξεων,  που  αποσκίρτησε  στους  στεναγμούς
ξένων  σωμάτων
στο  σφιχταγκάλιασμα  της  ξεχασιάς  τους,
τις  πήρα  τις  παράχωσα  στις  σκοτεινές  χαραγματιές  της  λήθης,
τις  σκόρπισα   στα  χέρσα   χώματα   στείρων  πνευμάτων,
στις  αλυκές  ψυχών  που  απονέκρωσε  η  οδύνη.
Είμαι  ο  ουραγός  των  λέξεων  που αποσκίρτησε  στη  χώρα  όπου  οι
ματιές  τα  λένε  όλα.
στο  άηχο  πένθος  ενός  πεφταστεριού  που  πίσω  άφησε   επηρμένες
αστροφεγγιές
και  φράσεις  που  αρχίζουν  μ'  ένα  βουβό  μακάρι   και  τελειώνουν
μ'  ηλιοφώτιστα   αναφιλητά.
Αυτό  το  ποίημα  είναι  μισοτελειωμένο.
Όχι   δεν   έδωσα  όρκο   σιωπής.
Απλά  θέλω  να σταματήσουμε  για  λίγο,  άλλο  δε   μπορώ.
-
ΑΡΤΕΜΙΣ ΒΑΖΙΡΓΙΑΝΤΖΙΚΗ
ΧΩΜΑ ΣΤΑ ΤΖΑΜΙΑ


Κορίτσια γυμνά τρέχουν κατά μήκος της θαλάσσιας ακτής.
Όλοι τα αγαπούν και θέλουν να τ’ αγγίξουν.
Η σάρκα τους άγριο ροδάκινο, ικανό να κατασπαράξει τον οποιονδήποτε.
Μα αυτές δε σε κοιτούν.
Ό,τι αγγίξουν γίνεται χρυσάφι.
Ο ήλιος αντανακλά πάνω στα πανάκριβα γυαλιά τους.
Εσύ κοιτάς σκαλίζοντας στην άμμο το όνομά σου
πολλαπλασιασμένο.
Να φτάσει για όλες.
Παίζουν τώρα μ’ ένα δελφίνι, δήθεν τυχαία.
Τις παίρνει και φεύγει, χοροπηδώντας πάνω στα κύματα.
Σε χαιρετάνε από μακριά με χαχανητά.
Εσύ κλείνεις την ομπρέλλα.
Διπλώνεις την πετσέτα.
Φεύγεις υποκλινόμενος
στα μυστήρια που απλόχερα χαρίζει η φύση
στους αδικημένους, τους εγκαταλειμμένους.
Σ’ αυτούς που παρά λίγο να πάρουν κάτι
μα δεν το γεύτηκαν ποτέ.
Αποχωρείς
φορώντας το πλεχτό μαγιώ που σου έπλεξε με φροντίδα η μαμά σου.
Που μουσκεύει και δε στεγνώνει ποτέ.
Όπως και τα δάκρυά σου.
Σε φρόντισε καλά η μαμά σου. Τηλεγράφησέ της.
Εγώ τουλάχιστον θα’ρθώ στη δική σου κηδεία
για να εκφωνήσω βροντερά:
Ο θάνατος μετέχει
στη μέθεξη του απόλυτου.
Θα βροντοφωνάξω
θα φωνάξω με τις τελευταίες μου δυνάμεις:
Κλέφτες! Μας κλέψατε τις ζωές!
Δώστε τις τώρα πίσω!
Οι κλέφτες τότε ακροποδητί θα παρελάσουν.
Η μαμά σου, ο τροχονόμος, ο διευθυντής,
ο έφορος, ο δικαστής, ο πεινασμένος νεκροθάφτης.
Μη στενοχωριέσαι
όλοι αυτοί θα βρουν
θα σκύψουν να μαζέψουν λίγο χώμα
την κατάλληλη στιγμή.
Ως την αιωνιότητα θα θυμάσαι
αυτό τον καταραμένο ήχο
που κάνει το χώμα
όταν χτυπάει τα τζάμια
της τελευταίας σου κατοικίας.
Μου λερώσατε τα τζάμια παιδιά
μια στιγμή να τα καθαρίσω
πως κάνετε έτσι
μια στιγμή παιδιά
δεν είναι καθόλου ευγενικό αυτό που κάνετε
δεν το περίμενα ποτέ από σας.
Μα αυτοί
όλο και πετάνε και πετάνε
μέχρι να σε εξαφανίσουν.
Να μη θυμάσαι
ότι κάποτε υπήρξες
και τόλμησες να κοιτάξεις εκείνη τη μέρα τα κορίτσια.

-
ΓΙΩΡΓΟΣ ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ 
ΑΕΝΑΕΣ ΑΜΜΟΥΔΙΕΣ, ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ


Αέναες αμμουδιές.
Αμμουδιές ξεχασμένες.
Η μνήμη του νερού ξεχειλίζει στην άμμο.
Κοιτάζοντας γύρω, ολοένα.
Το τραγούδι της σειρήνας μας θυμίζει τη νύχτα που έρχεται, τη μέρα που έφυγε.
Ολοένα και γλιστρούν, γλιστρούν γύρω μας.
Ολοένα και πάλι, το δίχως άλλο.


Θυμήσου το γιασεμί.
Το γιασεμί στην άμμο;...
Είναι η αλήθεια του κόσμου, η αλήθεια μας;


Γερμένοι πλάι.
Πλάι στο κύμα.
Ολοένα.
Το δίχως άλλο.


.........................................................................................................................................


Αργώ να γείρω.
Στις λασπωμένες όχθες.
Εκεί που κουρνιάζουν τ’ αγριοπερίστερα, σαν πέφτει η νύχτα.
Στις μουσκεμένες όχθες.
Ένα άλλο καλοκαίρι.
Το τελευταίο καλοκαίρι, πριν από...
Εκείνο το καλοκαίρι.


Αργώ να γείρω.
Κοιτάζω τη μορφή σου, στο στερέωμα.
Τα όνειρα πέφτουν πάνω μας σαν χρυσή βροχή, μας μουσκεύουν μέχρι το κόκκαλο.
Φιλντισένια πουλιά διαλαλούν το μούχρωμα.
Τρελά πουλιά.
Στον ορίζοντα.
Τα κύματα πλησιάζουν, ορθώνονται μολυβένια.
Μέχρι τα σύννεφα.


Αργώ να γείρω.


.........................................................................................................................................


Στην ανέμη τυλιγμένη.
Δώσε κλώτσο να γυρίσει.
Φωτεινό μονοπάτι ξετυλίγεται ανάμεσα στ’ αστέρια.
Είναι αυτό το νόημα της ζωής;
Αναπάντητα ερωτήματα.


Ξαπλωμένος σε χειρουργικό τραπέζι, παλεύω με τον εαυτό μου.
Είμαι εδώ, είμαι αλλού;
Ή, μήπως, είμαι παντού;
Ο χρόνος κυλάει σαν υδράργυρος.
Φευγαλέες σκέψεις με διαπερνούν.
Μια τελευταία: Ζω;

-
ΒΑΣΙΛΗΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ
ΤΙΣ ΑΛΛΕΣ ΘΑΡΡΩ ΛΙΑΧΤΙΔΕΣ

Το σούρουπο
στην τόση του φθινοπώρου ακεφιά
ο απόηχος ακούγεται μονάχα
από κείνο τ' αηδόνισμα
κι' ο κατηγοριάρης ζέφυρος
που γυροφέρνει στ' αγριοφάραγγο
Κι' αν διαπορείς για κείνο το ανελέητο γειτόνεμα
με την τόση της καταχνιάς απεραντοσύνη
τούτη η μονότονη απελπισία
σου γνέφει πως τέτοια ώρα
δεν είναι για ξηγητούρια.
Και σαν το βούκινο σημάνει 
την ώρα π' αχνοφέγγει
στο βουνό με τα καστροχαλάσματα
κι' ο λίβας αρχινά τα ρόδα να μαδά
στο γνώριμο αγνάντιο
οι ηλιαχτίδες επίμονα πασκίζουν 
τα λασπόνερα. μ' αντηλιές να γιομίσουν
Έτσι και της ζωής μας το φεγγίτη
λίγο σαν τον αφήσουμε ανοιχτό
μια χαραμάδα έστω
τανάπαλιν το στρίμωγμα αρχινά
από κείνες τις άλλες ηλιαχτίδες.
-
ΚΑΠΑΡΔΕΛΗ ΕΥΤΥΧΙΑ
ΑΚΙΝΗΤΟ ΣΩΜΑ

Γη των υποσχέσεων ακίνητο σώμα
μες το φως γεμίζεις την ψυχή μου
κοιμισμένα χρώματα βασιλικά αρώματα
στην φλέβα φυλάς, μικρή μου πόλη

Στην πορφύρα της νιότης σε γνώρισα διαβάτη
στα παλιά σπίτια στα ανοιχτά παράθυρα
στις λέξεις που την ψυχή και την σιωπη
βαραίνουν, στην βαθιά αναμέτρηση

Ο Ήλιος αλλάζει συνέχεια γωνία
κι όλο στα πέρατα του κόσμου ταξιδεύει
Αθωότητα και ενοχή σε ένα θαύμα
να με φιλάς, να με ξυπνάς, να με κοιμίζεις

Έμαθα να διαβάζω με τον λογισμό
μπροστά μου απλώνεται η πόλη
στον ίσιο δρόμο δένδρα ταιριασμένα
στις άκρες των ματιών παγιδευμένα

Τα χρόνια τρυφεροί βλαστοί ξεριζώθηκαν
λιώνει το στήθος την καρδιά μου
οι φίλοι ξεχάστηκαν σε ταραγμένες πόλεις 
λευκό αστέρι έγινα και ταξιδεύω

Μα κάποιος θυμάται ...κάποιος λαχταρά 
ουράνια δαχτυλίδια από τα ίδια δάκρυα από
τα ίδια φιλιά παλιά και νέα
ο αγέρας φέρνει το φως, του νου τα άνθη
...... ξημερώνει





--
Ακολουθούν τα ποιήματα με τυχαία σειρά

ΠΟΙΗΜΑΤΑ
5 ΣΥΜΜΕΤΟΧΕΣ
ΘΕΜΑ 2ο- ΜΥΘΟΙ ΚΑΙ ΠΑΡΑΔΟΣΕΙΣ

ΧΡΗΣΤΟΣ ΔΑΣΚΑΛΑΚΗΣ
ΑΝΤΙ ΚΛΑΔΙ ΕΛΙΑΣ


Όλα χάθηκαν μέσα στο μεθυσμένο παρελθόν
Κύλησαν χρόνια σε αμάξια με σατύρους και τραγούδησαν την δόξα…
Μάρμαρα λευκά με Ήλιο στολισμένα και αμπελώνες θεϊκοί που έσταζαν γλυκό κρασί
Έχουνε τώρα πια χαθεί στο χώμα πατημένα
Από ανθρώπους που δεν ήξεραν Χρυσός Αιώνας τι θα πει…
Τώρα, ο ύπνος αγκαλιάζει τις γιορτές και οι ελιές έγιναν στάχτη με το πέρασμα του χρόνου.
Τα τείχη έχουνε πλέον γκρεμιστεί
Για να μπουν ιδέες και αρχοντάδες βάρβαροι
Και κάθε τι που λίγο-λίγο μας βουλιάζει…
Δεν θα υπάρχουν πια σπονδές να μας γλιτώσουν από το τέλος
Και αργά ή γρήγορα θα έρθει η στιγμή που θα σβηστούμε 
και εμείς σαν είδωλα που λάτρεψαν Εκείνοι.
Ας είμαστε «περήφανοι» λοιπόν, που πίσω μας αντί κλαδί ελιάς, 
θ’αφήσουμε μαχαίρια.



-
ΜΑΡΙΟΣ ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ ΛΟΥΠΕΡΚΟΥΣ
ΑΡΧΟΝΤΑΣ ΚΑΙ ΠΕΡΙΒΟΛΑΡΗΣ
 
Ήτανε μια φορά κι έναν καιρό
Ήτανε μία φορά κι έναν καιρό
Άρχοντας και περιβολάρης
Άρχοντάς και περιβολάρης
Που κατοικούσε ψηλά εις το βουνό
Που κατοικούσε ψηλά εις το βουνό
 
Μια νυχτιά, μιαν Παρασκευή
Μια νυχτιά, μιαν Παρασκευή
Κατεβαίνει στον αργυρό γιαλό
Κατεβαίνει στον αργυρό γιαλό
Και ξανθομάλλα σειρήνα απαντά
Και ξανθομάλλα σειρήνα απαντά
 
Τα μάτια του βουρκώνουν μπρος στην ομορφιά
Τα μάτια του βουρκώνουν μπρος στην ομορφιά
Κι ευθύς ο έρως ο λυσιμελής
Κι ευθύς ο έρως ο λυσιμελής
Τον ετοξεύει σαΐτα στην καρδιά
Τον ετοξεύει σαΐτα στην καρδιά
 
Την παίρνει απ’ το χέρι του χαμογελά
Την παίρνει απ’ το χέρι, του χαμογελά
Ξαπλώνουνε στην άμμο και γίνονται φωτιά
Ξαπλώνουνε στην άμμο και γίνονται φωτιά
Που φτάνει πάνω ως τ’ άστρα του ουρανού
Που φτάνει πάνω ως τ’ άστρα του ουρανού
 
Τα περιβόλια και το καλό καστρί
Τα περιβόλια και το καλό καστρί
Μείνανε τώρα έρμα, αδειανά...
Μείνανε τώρα έρμα, αδειανά...
Κλαίνε τον Κύρη τους στην Ξενιτιά!
Κλαίνε τον Κύρη τους στην Ξενιτιά!
 
Μα θα ‘ρθει μέρα που θα ξαναφανεί...
Μα θα ‘ρθει μέρα που θα ξαναφανεί...
Στ’ άτι του πάνω μαζί με την Κυρά
Στ’ άτι του πάνω μαζί με την Κυρά
Και πάλι θα καρπίσουν τ’ αγιοκλίματα
Και πάλι θα καρπίσουν τ’ αγιοκλίματα!

-
ΑΡΤΕΜΙΣ ΒΑΖΙΡΓΙΑΝΤΖΙΚΗ
ΑΣΤΕΡΊΑ

Την είδα.
Καταμεσίς, σ’ ένα λιβάδι. Ασφόδελων.
Νύχια τρελλού. Αρπακτικού. Μπηγμένα. Βαθιά μεσ’ στο κορμί της.
Ένα κορμί που διάφανο, μύριζε άγρια κρίνα.

Τους είδε.
Παρ’ όλο που ο τρόμος της την είχε παραλύσει.
Ήτανε σαν σε όραμα. Πέπλο πυκνό απ’ ομίχλη.
Στο σύθαμπο ο Όλυμπος μοιάζει φωτιά να πήρε.
Δώδεκα φωτοστέφανα. Λουσμένα στο χρυσάφι.
Ζώνες. Βαθιά αυλακωτές. Σα χαρακιές.
Σα νά’ τανε τα όρια. Της σύντομης ζωής της.
Ώρες πολλές ανέβηκαν. Ανέβηκαν κι’ οργώναν.
Οργώνανε ακάματοι τ’ ουράνιο χωράφι.
Η γη γελούσε. Οι ποταμοί. Οι φλέβες τους που ερρέαν.
Μέσα σε κοίτες. Βαθερές. Σε πράσινες κοιλάδες.
Εύφορη γη. Κιτρινωπή. Γεύση στυφή στο στόμα.
Κοπάδια μαύρα άλογα. Μάγισσες. Συνυφάντρες.

Την είδα.
Με το σκυλίσιο βλέμμα μου. Που όλα τα διατρέχει.
Τότε δεν ειδοποίησα τη δόλια Ηριγόνη;
Τους βόστρυχους ξερίζωνε, τούφες απ’ τα μαλλιά της.
Σε ξεροπήγαδο στεγνό τον βρήκε τον αφέντη.
Τον έκλαψε. Τον στόλισε. Τον κούναγε σαν βρέφος.
Ως στα στερνά ήταν λιόγερμα. Της τράβηξα τα ρούχα.
Απάντηση ποτέ καμμιά. Κρεμόταν σ’ ένα δέντρο.
Σαν τώρα που πετά ψηλά μιαν αρπαγμένη κόρη.
Εκείνηνα θυμήθηκα την άλλη ρημαγμένη
έτσι που πήρε αθέλητα να αιωρείται πάνω.

Τους είδε.
Κούνιες χρυσές στον ουρανό. Ανάμεσα μια κόρη.
Κόρη υφάντρα που παλιά τη φώναζαν Αράχνη.
Με χέρια επιδέξια. Ύφαινε το υφαντό της.
Λευκό ταυρί που καβαλά μια δροσερή κοπέλλα.
Μιαν άλλη μάταια κρύβεται μεσ’ στα φτερά του κύκνου.
Μια τρίτη έλουζ’ η βροχή. Βροχή χρυσή. Που έπεφτε. Σαν κύμα θεριεμένο.
Γάμοι υγροί. Που στ’ άδυτα η ύπαρξη γεννιέται.
Καταμεσής, σ’ ένα λιβάδι ασφόδελων κέντησε τ’ όνομά της.
Μέσα στα νύχια τ’ αετού. Μεσ’ στο χορό του τράγου.
Αρπάχτηκε. Όπως πολλές. Η αρχή της τραγωδίας.

Την είδα.
Ήταν αυτή. Η άμοιρη Αστερία.
Ήταν τότε που κοίταξε. Κεντίδια τ’ όνομά της.
Ήταν οι Μοίρες που απ’ αρχής τό’ χαν αποφασίσει.
- Πως νά’ ναι άραγε οι θεοί; είχε ρωτήσει, μικρούλα σαν καθόντανε στο γόνα του πατέρα.
Όταν μεταμορφώνονται; Όταν αποφασίζουν;
Όταν θνητούς υπηρετούν; Τη νύχτα; Με σιγουριά όταν στέκονται;
Μπροστά σ’ έναν αιμάτινο αόρατο καθρέφτη;

Τους είδε.
Εμφανίστηκαν. Είχαν μορφή ανθρώπου.
Δυνάμεις του Αρχέγονου. Εχθροί τ’ αφηρημένου.
Μεθύσανε πρωτόγνωρα. Μορφές χαράξανε. Αχνά. Στη γη περνοδιαβαίνουν.
Όπως τα φύλλα της ελιάς. Σαν το ψωμί. Σαν το κρασί. Πνοή σαν του ανέμου.
Των μελτεμιών. Τη Χάρι και τον Έρωτα. Την Αρετή που εχάθη.
Τη Νέμεση που αναζητά τ’ ανύπαρκτου την αύρα.
Τις Χόες. Που ευελπιστούν το δώρο μιας θυσίας.
Μέχρι τα έγκατα της γης. Μέχρι το φως των άστρων.

Την είδα.
Εγώ, η Μαίρα της μιλώ με λόγια παρηγόριας.
Μια σκύλα ήμουνα φτωχή. Τώρα ο Σείριος τ’ άστρο.
Άστρο κι’ αυτή μοναχικό. Τη λένε Αστερία.

Τους είδε.
Ήταν η μόνη. Ψηλά όπως πετούσανε αυτή κι’ ο αετός της.
Είδε τους δώδεκα θεούς σε θρόνο καθισμένους.
Τροχούς ουράνιους. Να κινούν. Δίπλα τους ειν’ οι Μοίρες.
Οι Μοίρες που ποτέ κανείς δεν ξέρει τι υφαίνουν.
Το υφαντό του σύμπαντος που μοιάζει με τη σκόνη.
Μια σκόνη που διαλύεται. Όπως γερνούν οι αιώνες.
Μία κουκκίδα στ’ άπειρο θα γίνει κάποια μέρα.
Μία κουκκίδα στ’ άπειρο. Μία μικρή τελεία. 

-

ΓΙΩΡΓΟΣ ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ
Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΜΥΘΟΥ (και ο Μύθος της Ιστορίας...)

 
ΣΤΙΓΜΗ Α: Ο ΜΥΘΟΣ ΤΗΣ ΑΛΙΚΗΣ
Επιστροφή στη χώρα των θαυμάτων.
Χάρτινα φτερά στους ώμους.
«Μη φεύγεις, Αλίκη». Ή, μάλλον, όχι. «Μη γυρίσεις. Ποτέ μη γυρίσεις».
Βιώνοντας την αίσθηση της απώλειας.
Μικρές, μεγάλες χαρές.
Το ποτάμι πλαταίνει, πλησιάζοντας στις εκβολές του.
Ο καιρός της επιστροφής, μήπως...;
Ή ίσως, «Όχι, είναι ακόμη ανεπίτρεπτο»...
Προσομοιώνοντας τις στιγμές με... «στάχτες»;
Πολύ φοβάμαι πως η επιστροφή, τελικά, ματαιώνεται.
Το ποτάμι, καθώς λένε, δε γυρίζει πίσω.
... Στερεότυπα;

 
ΣΤΙΓΜΗ Β: Ο ΜΥΘΟΣ ΤΗΣ ΜΙΚΡΗΣ ΝΕΡΑΪΔΑΣ
(Καμιά φορά, όταν οι ώρες τελειώνουν, ακούω το μοιρολόι μιας νεράιδας...)
Από μακριά ξαπλώνεται, κυλά και τρεμοσβήνει
στην άκρη τ’ ουρανού.
Είν’ η αλήθεια μας καπνός, φωτιά και σκοτοδίνη
στο δαίδαλο του νου;
Αν μ’ αγαπάς μη μ’ αρνηθείς, ποτέ να μη μου κρύψεις
εκείνο το παιδί
που ζει βαθειά μεσ’ στην καρδιά, και πέρα από τις τύψεις
καθάρια θα με δει.
Αν με προδώσεις θα χαθώ, για πάντα θα γυρίσω
στη μαύρη σκοτεινιά.
Κι’ όταν ακούσεις το λυγμό, να μην κοιτάξεις πίσω,
μον’ άνοιξε πανιά...

 
ΣΤΙΓΜΗ Γ: Ο ΜΥΘΟΣ ΤΟΥ ΞΕΧΑΣΜΕΝΟΥ ΒΑΣΙΛΙΑ

Ο βασιλιάς Γκρισάρ ο Β’ φοράει τον πορφυρό του το μανδύα, το χρυσοκέντητο με τα χίλια πλουμίδια
τη χρυσαφένια του κορώνα στο κεφάλι, κρατάει το σκήπτρο του στο χέρι
Ο βασιλιάς Κλο μ’ ένα τριμμένο, ξεθωριασμένο πανωφόρι κι’ ένα βρώμικο σκούφο στα γκρίζα του μαλλιά
Βασιλιά Κλο, η φήμη απαιτεί θυσίες
μέσα στα μάτια σου, βασιλιά Κλο, δυο δάκρυα λάμπουν σα διαμάντια
Ο βασιλιάς Γκρισάρ ο Β’ τριγυρισμένος από δεκάδες αυλικούς του:
οι ευγενείς παραταγμένοι, κορδωμένοι και οι κυρίες των τιμών στις προσταγές του
Ο βασιλιάς Κλο μονάχος, στα χωράφια, οργώνει και τραγουδάει για τη γη του
Βασιλιά Κλο, η φήμη απαιτεί θυσίες
τα μάτια σου, βασιλιά Κλο, δεν έχουν πια κανένα να κοιτάξουν
Ο βασιλιάς Γκρισάρ ο Β’ λάμπει μεσ’ στη χρυσή του πανοπλία
στέλνει στη μάχη τους σιδερόφραχτους ιππότες, καβάλλα στ’ άλογα που χλιμιντρίζουν αγριεμένα, κι’ οι λεγεώνες από πίσω ακολουθάνε
Μάχες κερδισμένες, μάχες χαμένες: η ιστορία γράφεται με αίμα
Ο βασιλιάς Κλο κρατάει στο χέρι το ξύλινο στυλιάρι
μόνος του μάχεται να εμποδίσει τα κοράκια να καταστρέψουν τη σοδειά του
Μάχες κερδισμένες, μάχες χαμένες: για να θερίσεις δεν αρκεί να σπείρεις
Βασιλιά Κλο, η φήμη απαιτεί θυσίες
τα μάτια σου, βασιλιά Κλο, δεν κλείνουν πριν ο ήλιος βασιλέψει
Ο βασιλιάς Γκρισάρ ο Β’ κοιμάται μεσ’ στο κρύο μαυσωλείο: γύρω του είναι θαμμένα όλα τα πλούτη που αξίζουν στην αυτοκρατορική
γενιά του χρυσάφι, ασήμι και πολύτιμα πετράδια, για να μπορεί να κοιμηθεί γαληνεμένος
Ο βασιλιάς Κλο γερμένος είναι δίπλα σε μια λεύκα, σ’ ένα λάκκο ρηχό παραχωμένος
Βασιλιά Κλο, η φήμη απαιτεί θυσίες
τα μάτια σου, βασιλιά Κλο, έχουν για πάντα βασιλέψει
Η ιστορία, βασιλιά Κλο, δεν πρόκειται να γράψει τ’ όνομά σου
Κανένας, βασιλιά Κλο, κανένας δε θα μάθει τ’ όνομά σου
γιατί, βασιλιά Κλο, η φήμη απαιτεί θυσίες...
Όμως τα στάχια, βασιλιά Κλο, τ’ όνομά σου τραγουδούν όταν θροϊζουν
η γη που όργωνες, βασιλιά Κλο, ποτέ δε θα ξεχάσει το άγγιγμά σου
μέσα στης λεύκας σου, βασιλιά Κλο, τον κορμό το αίμα σου κυλάει
γιατί, βασιλιά Κλο, η μνήμη απαιτεί θυσίες... 

-
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΔΗΜΗΤΡΑΝΤΖΟΣ
ΤΟ ΠΕΤΡΙΝΟ ΔΑΣΟΣ

Ο τόπος έμοιαζε γυμνός και ρεύματα αέρα, 
"απαγορεύαν" βλάστηση, "γυμνώναν" τις πλαγιές,
χώρος τέλει' ασκητικός απλώνονταν ως πέρα
και μοναστήρι πέτρινο σε μια απ' τις κορφές.
*
Πιο κάτω  κάστρο Ενετικό στο Σίγρί ενεδρεύει
και πολεμά τη θάλασσα, τους άτιμους κουρσάρους, 
απόηχος πνιχτός τα βράδια ζωντανεύει,
κάποιες στιγμές ατίμωσης ή άλλοτε και θάρρους.
*
Και μέσα σ'όλα τα θνητά, αθάνατο "πετιέται",
πέτρινο δάσος σε πλαγιά, τα δέντρα που'χαν σάρκα,
κορμιά αιώνια γίνανε, η γνώση αναρριχιέται
και ταξιδεύει με χαρά στην πέτρινη τη βάρκα.
*
Φύση για πλάσμα έσπειρε τους πέτρινους κορμούς,
τόσο φαρδιούς που δεν χωράν σε πέντε αγκαλιές,
δέκα και πάνω μέτρα σαν λεύκες υψηλούς
και γέμισε μυστήριο τη μια απ'τις πλαγιές.

(Αφιερώνεται στο απολιθωμένο Δάσος που βρίσκεται στο Σιγρί Λέσβου, όπου τα δέντρα έχουν διατηρήσει όλες τις λεπτομέριες τους, όπως φλοιό, κλαριά και ενίοτε φύλλα, με τη μόνη διαφορά πως από ξύλα έχουν μετατραπεί σε σκληρά "μάρμαρα"¨με υπέροχους χρωματισμούς.) 

--

Ο επιλαχών Χρήστος Δασκαλάκης που ψηφίστηκε και στα δύο θέματα σαν το καλύτερο ποίημα κερδίζει μια Μεταξωτή Γραβάτα της Οικοτεχνίας Μεταξωτών Μπουρουλίτη στο Σουφλί. 
Το Λαογραφικό Μουσείο Σουφλίου θα ήθελε να ευχαριστήσει όλους τους συμμετέχοντες που στείλανε τις συμμετοχές τους και να ευχηθούμε και για μια επόμενη ακόμη καλύτερη χρονιά, αν και ο πύχης ανέβηκε πολύ ψηλά με τις φετινές συμμμετοχές.
Ευχαριστούμε πολύ τους ποιητές.

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις