"Ταυτότητα"- Γνάφαλα 2011- Συμμετοχές Κείμενα


Έκθεση Καλλιτεχνών
Ανοιχτή πρόσκληση συμμετοχής
ΘΕΜΑ : "ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ"

Έργα που στάλθηκαν για την συμμετοχή 


 ΠΟΙΗΜΑΤΑ "ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ"


Κάπως έτσι και στο δικό μας το διάβα
(Το είναι, το είμαι και το φαίνεσθαι)
_______________
Από κείνα τα πανάρχαια χρόνια
τον ουρανό καθρεφτίζει
το παμπάλαιο εκείνο το ΄΄είναι’’
που την απέραντη αλμύρα ομορφαίνει.
Κι εκεί όπου μακραίνουν τα βάθια
το βαθύ του πελάγους γαλάζιο
περίεργα θαρρώ ζωγραφούνε
΄΄άλλω τρόπω΄΄ του ανθρώπου το ΄΄είναι’’ .
Κι ο γραίγος συλλαβίζοντας
τ΄ ορθρινό σήμαντρο στο βυζαντινό μοναστήρι
ηχολόγημα μιας άλλης ελπίδας
πεισματικά ετούτο με σπρώχνει
να συλλογιέμαι τόσο περίεργα
πως ολομόναχος στον κόσμο δεν ΄΄είμαι’’.
Τα εαρινά ζουμπούλια στις όχθες
το παιχνίδισμα των λιαχτίδων στο ρυάκι
τα τσιχλόνια που ξαποσταίνουν στα θάμνα
ο λεβάντες που μακρηγορεί ακόμη για τ΄ άρμενα
να συλλογιέμαι περίσσια με κάνουν
πως μονάχος στον κόσμο δεν ΄΄είμαι’’.
Κάθε π΄ ανταμώνουμε στο πέρασμα κείνο
σκιές απατηλές τους ρεμβασμούς μου πληθαίνουν
και το δισταγμό μου τόσο μακραίνουν.
Μακρυάθε ύφαλοι, σκόπελοι, βράχια
μεσοπέλαγα βρίκια φαντάζουν
και το ΄΄φαίνεσθαι’’ τούτο
σαν και τ΄ άλλο της ζωής μου το διάβα.


ΒΑΣΙΛΗΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ
«Κάπως έτσι και στο δικό μας το διάβα»
ΠΟΙΗΜΑ, ΚΥΠΡΟΣ, 2011



-----
«ΠΟΛΙΤΗΣ  ΤΗΣ ΛΙΜΝΗΣ»

Στο πιο βόρειο,  στο πιο μακρινό σημείο του χάρτη, η πιο όμορφη αρχόντισσα του κόσμου σειρές- σειρές  σιρίτια φώτιζε τα φλουριά της,  στον αστραφτερό καθρέπτη της λίμνης της.   Εννιά ρέματα,  εννιά υπολίμνιες και βουνίσιες πηγές, χιόνια, βροχές και μπόρες… Φίλοι πιστοί, μοναδικοί,  γιατί  ο καθένας  ήταν ξεχωριστός, ο καθένας απαραίτητος στην αρχοντιά  της. Έσπευδαν όλοι  να ομορφαίνουν τους διάφανους πόρους της,  από  την δαντελένια  πουκαμίσα του λαιμού της μέχρι τους χρυσοκέντητους αητούς της ψυχής της.
Κι αυτή για ανταπόδοση, τους προϋπαντούσε όλους, τους φιλοξενούσε στην καθαρή ποδιά  των ακύμαντων νερών της, απέραντη σαν αγκαλιά μάνας, ζεστή-ζεστή σαν φωλιά μικρών  πουλιών, να τα κανακέψει στη μεταξένια φορεσιά της, να τ’ ασφαλίσει  με την ασημένια πόρπη της !   Εκεί μια μικρή πολιτεία  λούζεται, εκεί μια μικρή πολιτεία λιάζεται, εκεί μια μικρή πολιτεία γυαλίζεται… Τα στολίδια της  περγαμηνές βυζαντινές,  βαρύτιμα κοσμήματα, είτε τα λέν’ αρχοντικά και κρύβουν ιστορία, είτε κάστρα και κρύβουν φρούρια, είτε κορφοβούνια και κρύβουν σύνορα, είτε πουλιά και κρύβουν ταξίδια…Στολίδια που ορίστηκαν να πλέουν σε πελάγη ευτυχίας. Στολίδια απ’ το πέλαγος της ψυχής της,  γιατί είχε ψυχή πέλαγος. Τον   υδρόβιο  καθρέπτη της ζωής της,   που  έσφυζε από  ζωή, γιατί είχε καρδιά….
 Έτσι ζωηρά, χτυπούσε  η καρδιά της λίμνης,  χίλιες φορές περισσότερο,  με τα χίλια δυο ψάρια που είχε στα σπλάχνα της, με τα  χίλια δυο πουλιά που φτερούγιζαν στα μήκη της, τα πλάτη της. Κι αυτή ανταπέδιδε  την απλάδα της, που γυάλιζε σιρίτια- σιρίτια τα φλουριά της, κι άλλα,  και περισσότερα.  Όμως πιο πολύ απ’ όλους κι απ’ όλα λαμπίριζε ακόμα κι από μακριά, μια μικρή, λευκή κουκίδα. Φωτεινή σαν αναμμένο λαμπογυάλι, κάτασπρη σαν μυρωμένο γιασεμί,  μοναδική σαν πανάκριβο μαργαριτάρι!
«Ένα μικρό μικρούτσικο σπυρί μαργαριτάρι,
για πλένε το, για λούζε το…»
που λένε και τα κάλαντα…
 Ένας απαλός, λιμνήσιος Αρχοντόκυκνος, φορεμένος τα πλουμιστά  πάλλευκα βαμβακοκέντητα  πουκάμισά του,  τα φτερωτά πανωφόρια του, τα φανταχτερά ζωνάρια του λαιμού του! Διέσχιζε τα νερά της λίμνης, τα χάραζε. Απλωνόταν στα υγρολίβαδα! Κυριαρχούσε.  Άφηνε  γραμμές, αποτυπώματα, μέχρι να χαθούν, για να  ξαναγίνουν.  Ξεδίπλωνε τα φτερωτά πανωφόρια του,  φούσκωνε τα βαμβακοκέντητα πουκάμισά του,  τα έφτανε ως τις  άκρες τ’ ουρανού.   Κατείχε ουρανό και νερό. Νερό και ουρανό.  Σίγουρα δεν πατούσε γερά τα πόδια του, ή  όπως λέμε στη γη, αφού ήταν ο ιπτάμενος κυρίαρχος  των ουρανών, ο πλωτός κυρίαρχος των υδάτων. Ο Άρχοντας  της Λίμνης.  Άλλωστε ποιος  μπορούσε να  αγκαλιάσει  τη λίμνη όπως αυτός;
Ο κακάσχημος βουβόκυκνος με τα πορτοκαλί ράμφος του  ή  ο ήσυχος νανόκυκνος και οι μικρές αγριόπαπιες; Ο κορμοράνος κι ο αργυροπελεκάνος;  Με τίποτα! Ο πελαργός; Δεν μπορούσε  βέβαια, ν’ απλωθεί  μακριά απ’ τις ξύλινες κολώνες της ΔΕΗ!   Τρύγγες, λευκοτσικνιάδες, χαλκόκοτες, νανοτσικνιάδες και σταχτοτσικνιάδες; Μπα, ούτε αυτοί… Ο μικρός κότσυφας  κι η καρδερίνα;  Η νερόκοτα κι η δεκαοχτούρα; Σίγουρα όχι.
Έτσι λοιπόν, αφού θεωρητικά εξασφαλίστηκε απ’ τα πετούμενα, το ίδιο έπραξε και για τα πλεούμενα  και τα βυθόψαρα.   Ποιος είδε ποτέ τ’ ασημένια αργοκίνητα γριβάδια με  τα νεαρά τσουκάνια;  Ποιος είδε τα φτερά από τα πρικιά, τα μουστάκια των γουλιανών, τα κοπάδια απ’ τα τσιρόνια;  Μόνο οι δύτες είδαν τις  ολόχρυσες τις πεταλούδες,  τις παρέες από  τις  πλακουδερές πλατίκες, τις άκομψες τούρνες, τα  ζαφειρόχρωμα γλήνια...  Κανείς δεν τα ξεχώριζε την μονάδα από την ομάδα, ο ίδιος μοναχά ξεχώριζε γιατί σίγουρα αποτελούσε μονάδα, αυτός, ο  αρχοντόκυκνος που δεν μοίραζε τίποτα,  δεν μοιραζόταν τίποτα…
Γιατί  ήτανε μοναδικός,
ο αρχοντόκυκνος ο πάλλευκος,
εντός του  μελαγχολικός,
στη μοναξιά του, ο πικρός…
Η ανεπαίσθητη  κυριαρχία της μοναξιάς τον οδηγούσε σε ένα αίσθημα επικυριαρχίας πάνω στους άλλους. Ήθελε να δώσει διαταγές, σαν άρχοντας βέβαια,  υψώνοντας ανάλογα  τη φωνή του:
Κύκνοι και γλάροι  να παλινοστήσετε,
κορμοράνοι κι αργυροπελεκάνοι αλλού  να ορίσετε,
δεκαοχτούρες, πελαργοί, εδώ  μη σταματάτε,
σε άλλες λίμνες να πετάτε,
άρχοντας μοναδικός εγώ θα μείνω,
άρχοντας ιδανικός  εδώ θα γίνω…
όμως όσο  πιο πολύ διέταζε,  τόσο πιο πολύ έβλεπε να πληθαίνουν τα σιρίτια με τα φλουριά στον καθρέφτη της λίμνης.  Τώρα καθρεπτιζόταν κι η  μικρή Πόλη και τα βουνά και  ο ήλιος, το φεγγάρι και  τα καράβια… Τα καράβια;
Δεν θέλω καράβια,
που πιάνουν τα ψάρια,
αφήνουν σημάδια,
στη λίμνη τα βράδια.
Ακούτε τι είμαι;
Ο άρχοντας είμαι…

Αυτό σημαίνει ότι πια  δεν αναγνώριζε καμιά αρχοντιά της φύσης, ούτε  του  ήλιου την ώρα έβαφε τα νερά με βυζαντινή πορφύρα,  ούτε  του φεγγαριού όταν γυάλιζε τα σμάλτα του με την γυαλιστερή πλατίνα, ούτε   τις  ψηφίδες των αστεριών μόλις άναβαν τη  χρυσή τους υαλόμαζα…Ήταν η στιγμή που η φωνή της σκέψης του ξεπερνούσε   την φωνή της λαλιάς του..

Ήλιε μου, φύγε, προχώρα
να πας σ’ άλλη γη, σ΄ άλλη χώρα
Βυζαντινή  να  βάψεις  πορφύρα
μακριά… την γαλάζια αλμύρα!

Δεν θέλω  αργυρό το φεγγάρι,
από σμάλτα ή πλατίνα λυχνάρι,
χρυσά δεν ποθώ  να κοιτώ τα ουράνια αστέρια,
ψηφίδες για φως στου βραδιού τα νυχτέρια!

Αυτή την φορά, όλοι, μα όλοι  όχι απλά τον άκουσαν, όλοι τον ένιωσαν…   Ένιωσαν  λύπη, έκλαψαν, έτρεξαν, κρύφτηκαν, χάθηκαν. 
Κρύφτηκε ο ήλιος, το φεγγάρι….
Χάθηκαν τα άστρα…
Τα σύννεφα απλώθηκαν ….
 Ο βοριάς άρχισε να φυσά μανιασμένος,  η λίμνη να κρυώνει.
Τα καράβια δέθηκαν στις αβγατές...
Ο Αϊ- Νικόλας «άσπρισε τα γένια του»…
 Η ευχή του κύκνου είχε εισακουσθεί!
 Ήταν πια ο άρχων και κυρίαρχος της λίμνης!
Όμως το κρύο πιρούνιαζε….
Κάποια  πετούμενα  μαζεύτηκαν στις καλαμιές,  άλλα πήγαν στα λιμανάκια  της νότιας παραλίας,   άλλα αναχώρησαν  σε σχηματισμούς V, όλοι μαζί, πάντα μαζί.
Ο  άσπρος κύκνος, άρχοντας-φύλακας  έπρεπε να είναι και φύλακας-άγγελος...
Η ώρα  περνούσε….
 Η λίμνη κρύωνε , ο καθρέπτης θάμπωνε, ο πάγος έφθασε….
 Ο καθρέπτης της λίμνης χάλασε!
 Ο καθρέπτης της λίμνης πάγωσε! 
 Ο καθρέπτης της λίμνης έσπασε!
Η λίμνη δεν ήταν  λεία, δεν ήταν γλυκιά, δεν ήταν γυαλιστερή, δεν ήταν διαυγής.  Ήταν μια άγνωστη;
Ο καθρέπτης της  θολερός, τραχύς,  κρύος. Στερεός σαν πέτρα, κρύος σαν τον Βόρειο πόλο, κοφτερός σαν τζάμι.
 Όπως  η ψυχή του; 
Όμως η ψυχή της;
 Το ρευστό γλυκό της νερό είχε αλλάξει μορφή.
Όμως η ψυχή της ; 
Νοιάστηκε ο κύκνος στοργικά,   για την ψυχή της… Νοιάστηκε αληθινά, πρωτόγνωρα αληθινά… Την πόνεσε...  την έκλαψε … Δεν την ήξερε! Ο καθρέπτης της λίμνης  είχε πια μετατραπεί σε ένα απέραντο, απέραντο, απέραντο παγοδρόμιο…  Όπως η ψυχή του, που κινδύνευε να χαθεί όπως  δεν σώθηκε η Λήδα με τον Κύκνο του Ντα Βίντσι ..
Έτσι ήταν λοιπόν  κι αυτός για τους άλλους… Απλά άγνωστος…
Δεν αντανακλούσε   ήλιο. Δεν έδινε αγάπη.  Δεν φυλούσε τη ζέστη…. Σαν τον πάγο που παγίδευε στα κλαδιά των πλατανιών τα παγωμένα κύματα,  για να ομορφύνουν τα γλυπτά του.. Αυτός ο πάγος που παγίδευε, ψυχή και σώμα,  πόδια, φτερά ... Το  σώμα του  είχε μεταμορφωθεί σε πανέμορφη, μικρή, τυχαία παγοκολώνα!  Τα φτερά του  υπέροχα γλυπτά κρύσταλλα, ανοιχτή όμως σταματημένη σπανιόλικη βεντάλια… Αδύναμη να βρει ανάσες, να δώσει πνοή, να πάρει πνοή, ν’ ακουμπήσει αέρα… Ήταν  αδύναμος, ανήμπορος, αβοήθητος…  Ο κόσμος βάδιζε πάνω στην κρυστάλλινη πεδιάδα της λίμνης ! Τα παιδιά γλιστρούσαν σαν χορευτές με τις σάνιες[1] στον πάγο. Άλλα έπεφταν, άλλα έπαιζαν, άλλα γέλαγαν, ήταν απασχολημένα…Ο πάγος συμπαγής, πάνω από τριάντα εκατοστά, άντεχε, όπως παλιά. Κάπου- κάπου   ράγιζε. Τότε ακουγόταν ένας φοβερός κρότος,  θύμωνε, βογγούσε, ανοιγόκλεινε τα μάτια του… Λες και  στενοχωριόταν  όλο του το είναι, ή το δικό της …. Γιατί αυτή η λίμνη,  είχε πραγματικά ψυχή!
Αυτός όμως; Κανείς δεν  τον έβλεπε,  αυτόν που δεν αγαπούσε κανέναν! Το «μικρό, μικρούτσικο σπυρί μαργαριτάρι» ήταν η  μικρή, μικρούτσικη κορυφή του πιο μικρού, σχεδόν αδιόρατου, παγόβουνου στην μεσάδα της λίμνης. Μια  αδιόρατη φιγούρα, που μετά βίας ανάσαινε…  Δεν έβγαινε ήλιος να ζεστάνει, δεν έβγαινε  φεγγάρι  να φωτίσει, δεν έπλεε καράβι για να  βοηθήσει… Οι πάντες σιωπηλοί. Παντού σιωπή, μια ανύπαρκτη φιγούρα η σιωπή, πρώτα στην ψυχή, ύστερα στο σώμα.… Εκτός από τη φωνή της ψυχούλας του κύκνου  που πια είχε αισθήματα, λυπόταν όχι  γιατί χανόταν αλλά επειδή έχανε, έχανε την αγαπημένη του λίμνη κι  αυτή με τη σειρά της έχανε τους φίλους της- φλουριά της… Μετάνιωσε, έκλαψε,  δυνάμωσε  μονάχα  η φωνή της συνείδησής του…

Κοπιάστε καράβια
 μη πιάνετε ψάρια,
μα αφήστε  σημάδια
στη λίμνη τα βράδια,
μαζί αν σταθούμε
μ’ αγάπη θα ζούμε,
κι εσύ ήλιε γύρνα
μη βάφεις πορφύρα
ποτάμια και  ξένη αλμύρα…
Μη φεύγεις φεγγάρι
λαμπρό είσαι λυχνάρι,
κρατήσου απ’ τ’ αστέρι
θα θέλει νυχτέρι,
για ζέστη μια αχτίδα,
για φως μια ψηφίδα,
των φίλων η παρέα,
ανθίζει για όλους ωραία!

Μόνο αυτή η φωνή,  η φωνή  της συνείδησης μπορούσε να κινηθεί στο ακίνητο  σώμα του. Στα ματάκια του,  αργόσβηναν σαν απομακρυσμένα αστράκια την υπεροψία του. Χανόταν. Αλλά όσο έσβηνε η υπεροψία, τόσο άναβε τη φλόγα της αγάπης, τόσο μετέδιδε τις σπίθες της σιγά-σιγά  σπιθαμή-σπιθαμή στις ψυχές των φίλων της λίμνης …. Ήταν πολλές κι όμως  τις ζέστανε, τις γλύκανε, όλες, μαζί και την ψυχή της λίμνης, που γλύκανε έκτοτε  τα νερά  της,  τις φώτισε κάτω απ’ τις ανάσες του ήλιου και τους  φωτισμένους δρόμους του φεγγαριού….
Η   υπεροψία του είχε χαθεί, πριν προλάβει να χαθεί οριστικά η  ψυχή του που ένιωσε αληθινά αισθήματα για όλους: τoν κακάσχημο βουβόκυκνο με τo πορτοκαλί ράμφος , τον ήσυχο νανόκυκνο,   τις μικρές αγριόπαπιες, τον κορμοράνο, τον αργυροπελεκάνο-τα φλουριά της λίμνης, κι  έλιωσαν  οι πάγοι της μοναξιάς,  στ’ ανοιγμένα φτερά τους, τα φτερά της αγάπης!

 Χίλιοι δυο φίλοι, ίδιοι κι απαράλλαχτοι… 
Χίλιοι δυο φίλοι στους νόμους  της φύσης, ισόνομοι…
Χίλιοι δυο φίλοι, μια  αγκαλιά φτερωτή…

…Βουβόκυκνοι, αγριόπαπιες, κορμοράνοι,
κοτσύφια, καρδερίνες, χαλκόκοτες, αγριοπελεκάνοι,
Πολίτες της λίμνης μαζί αν σταθούμε,
με  καρδερίνες  και  γριβάδια, ισότιμα ζούμε,
σε φίλων καλών την  ωραία παρέα,
 φτερά που μαθαίνουν αγάπη, φτερουγίζουν ωραία.
Μεγάλη αγκαλιά, Πολιτεία η  Φύση,
η αγάπη της όμοια, σε όλους, ναι, γίνεται  ίση,
στα διάφανα πλάτη που η Αρχόντισσα η Λίμνη χαρίζει,
απλώνει το βιός της, ΠΟΛΙΤΕΣ ΤΗΣ ΛΙΜΝΗΣ, ορίζει…

Έτσι καθρεπτίζει κι εναρμονίζει στα σιρίτια απ’ τα φλουράκια της, χίλιες δυό μικρές, λευκές, χρωματιστές, ποικιλόχρωμες, πετούμενες ή πλεούμενες κουκίδες… Έτσι απλά, έτσι απαλά, έτσι  χιλιοχρυσοκέντητα, σε μια εύθραυστη και λεπτή χρυσοκλωστή, η μία εξαρτάται από την άλλη, η μία συμπληρώνει και αλληλεπιδρά στη γιορτινή φορεσιά της άλλης…

Αγάπες πολλές, αγάπες φωτεινές,  σαν χρωματιστή υαλόμαζα,  σαν αναμμένα  λαμπογυάλια…
 Αγάπες υπέροχες, αγάπες πάλλευκες, σαν μυρωμένα γιασεμιά, σαν ακριβά μαργαριτάρια…
  Αγάπες  λαμπερές, εκεί  που απλώνει  ο ήλιος τα χρυσάφια του,  να ξεκουραστεί… 
Αγάπες ασημένιες εκεί  που  ξεδιπλώνει  το φεγγάρι τα σμάλτα του,  να κοιμηθεί!
Αγάπες φωτεινές!
Αγάπες Πολλές…

ΒΕΝΕΤΙΑ ΣΙΩΝΤΑ
«ΠΟΛΙΤΗΣ  ΤΗΣ ΛΙΜΝΗΣ»
ΠΑΡΑΜΥΘΙ, ΚΑΣΤΟΡΙΑ 2011

------


Στόλισμα αφθαρσίας

Σε λευκά σώματα τα κρίνα ψηλώνουν
περήφανα
Φορτωμένα σιωπηλές κορυφές


Μα εσύ   λαχταράς
στις πέτρες της λίμνης που σημάδεψες
του μοναχικού κύκνου την γαλήνη


Στο χέρι η μοίρα που αγάπησες
τα ονόματα που
χάραξες
κώδικας ονείρου
ανεκπλήρωτη υπόθεση
ένα χρέος

Το χρώμα σπαταλιέται στην φωλιά του αετού
που ακριβοζυγίζει
 τις φτερούγες του
και στα βρεγμένα πλατανόφυλλα
σφύζει η ζωή που δεν παλινδρομεί

Οι αιώνες ήρθαν ο ένας μετά τον άλλον
πλούτισαν οι μνήμες
απτόητοι  συνεχίζουμε το ταξίδι 
ανεξίτηλο μελάνι το πάτημα στην γη
το αγκάλιασμα

Η νύχτα καταπίνει τον ήχο
 και ο φωτισμένος δρόμος
  σαν ένα σημάδι
 είναι η υπόσχεση για νέα ζωή
ρόδο που χαράχτηκε και χύθηκε στην γη
στόλισμα αφθαρσίας


ΕΥΤΥΧΙΑ ΚΑΠΑΡΔΕΛΗ
«ΣΤΟΛΙΣΜΑ ΑΦΘΑΡΣΙΑΣ»
ΠΟΙΗΜΑ, ΠΑΤΡΑ 2011

------- 
 Σφραγισμένο πρόσφορο

Χωρισμένα δένδρα στο
διάδρομο της μονής
Η λεμονιά από τον καρπό έχει λυγίσει
και η καστανιά γυμνή
πρόσωπα ιερά στην στέρνα
καθρεπτίζουν την κρυμμένη
Αγιοσύνη
πέταλα ρόδων στο χρυσό
κέντημα με το βαρύ Ευαγγέλιο
και το κομποσχοίνι
λεπτές γραμμές σκιές
όταν το σώμα γυρίζει στον Ήλιο,
όταν η σωτηρία είναι
οι πύρινοι του πόθου καρποί
*

Εδώ τα σώματα
τους Αγγέλους υπηρετούν
Αήττητους  καιρούς στην πίστη
στην καθαρότητα την ευπρέπεια αναζητούν
την τράπεζα σφραγίζουν με μύρο
κρατώντας το πρόσφορο
νέους δρόμους αναζητούν για να φθάσουν
στον Θεό
*
«Εστερεώθη η καρδιά μου εν Κυρίω»
Ύμνοι ,Χερουβικοί
μανουάλια ,ξύλινα σήμαντρα
και ο διαβαστής  μετά
το απόδειπνο στην κέδρινη κλίνη
με το λυχνάρι και τους πύρινους
Αγγέλους με τις λόγχες σε μια
Ολονυχτία
σε μια αδιάκοπη προσευχή


ΕΥΤΥΧΙΑ ΚΑΠΑΡΔΕΛΗ
«ΣΦΡΑΓΙΣΜΕΝΟ ΠΡΟΣΦΟΡΟ»
ΠΟΙΗΜΑ, ΠΑΤΡΑ 2011

-------

Η ΜΙΚΡΗ  ATAKTH ΗΛΙΑΧΤΙΔΑ

Μια φορά και ένα καιρό  ήταν μια άτακτη  ηλιαχτίδα που όταν έβγαινε στον  καθαρό ουρανό έπαιζε με τα παιδιά της γης .
Έτρεχε μαζί τους και κρυβόταν στα λαμπερά πρόσωπα τους  στα ξανθά και μελαχρινά κεφαλάκια τους .Όταν τα παιδιά έπαιζαν στον ίσκιο η μικρή ηλιαχτίδα τους καλούσε να παίξουν μαζί της αφού κρυβόταν πίσω από τις πέτρες και τα σπίτια των ανθρώπων
Μια ηλιόλουστη μέρα εκεί που έπαιζε με τον μικρό Κωστάκη παρασυρμένη από το παιχνίδι  ξεχάστηκε  και έμεινε στην γη .
Φοβισμένη κρύφτηκε στο μικρό δωμάτιο του Κωστάκη  κάτω από το κρεβάτι για να κοιμηθεί
Μα όταν  το σκοτάδι έπεσε  έτσι φωτεινή όπως ήταν ξεχώριζε !!!!!!
Παρακάλεσε τον μικρό Κωστάκη  να την σκεπάσει με το σεντόνι του που είχε επάνω την σελήνη για να μην την βρει  η νύχτα η μητριά της .Ο Κωστάκης την σκέπασε με το σεντόνι αλλά κάηκε η σελήνη  και πάλι έμεινε φωτεινή .
Τότε τον παρακάλεσε να την σκεπάσει με την κουβέρτα που είχε όλα τα αστέρια του ουρανού  αλλά κάηκαν και αυτά  
Απαρηγόρητη η ηλιαχτίδα ,αποφάσισε να αποχαιρετήσει τον μικρό Kωστακη   και να φύγει
Ο μικρός Κωστάκης  άνοιξε το παράθυρο και η  μικρή άτακτη ηλιαχτίδα  έφυγε ολομόναχη .
Ο Κωστάκης την κοιτούσε και την χαιρετούσε ,τις έστελνε φιλιά με τα δάκρυα του  
Από τότε όλοι οι άνθρωποι  που κοιτούν τον ουρανό βλέπουν την μικρή ηλιαχτίδα στην αγκαλιά της νύχτας να καίγεται μέχρι την αυγή
Κάποτε –κάποτε ο ουρανός βρέχει  …και όλοι λένε ότι είναι τα φιλιά και τα δάκρυα του μικρού Κωστάκη που θέλουν να κρύψουν την μικρή ηλιαχτίδα από την μητριά της
Αν κοιτάξεις τον ορίζοντα θα δεις μια κόκκινη γραμμή μια ηλιαχτίδα  που περιμένει την αυγή  την μητέρα της και  να αγκαλιάσει τον πατέρα της τον Ήλιο ,να φιλήσει τις αδελφές του και να ταξιδέψει μαζί τους σε όλη την γη .
Ακόμα και τις παγωμένες μέρες που ο Ήλιος κρύβεται πίσω από τα σύννεφα η μικρή ηλιαχτίδα είναι εκεί και περιμένει με την ελπίδα να σμίξει με όλη την οικογένεια της


ΕΥΤΥΧΙΑ ΚΑΠΑΡΔΕΛΗ
«Η ΜΙΚΡΗ  ATAKTH ΗΛΙΑΧΤΙΔΑ»
ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΤΗΣ ΓΙΑΓΙΑΣ, ΠΑΤΡΑ

------ 

ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΦΕΓΓΑΡΙ

Μια φορά και έναν καιρό  ήταν ένα μικρό ηλιογέννητο  χωριό  γεμάτο από χαμογελαστούς αγαπημένους  και ευτυχισμένους ανθρώπους
Σε αυτό το μικρό χωριό ο Ήλιος δεν έφευγε ποτέ .
Ακόμα και την ώρα που οι άνθρωποι  πήγαιναν να κοιμηθούν  το φως έλουζε τα σπίτια τους .Δεν γνώριζαν το σκοτάδι .
Μια μέρα στο μικρό αυτό χωριό ήρθε ένας ξένος.
Άρχισε να καλεί  τους κατοίκους να έρθουν να δουν «το φεγγάρι»
Όλοι οι κάτοικοι έτρεξαν …….και άρχισαν να περιεργάζονται  το μικρό κουτί που κρατούσε στα χέρια του
Άρχισε να τους μιλά για το φεγγάρι και τους έλεγε για την νύχτα την μητέρα του φεγγαριού που  βγαίνουν στον ουρανό μαζί
Μα οι κάτοικοι δεν ήξεραν  τι είναι νύχτα  και τον κοιτούσαν με απορία
Ξαφνικά ανοίγει το κουτί .Μέσα, ένα χάρτινο  φεγγάρι ,ένα στρογγυλό χάρτινο κατασκεύασμα.    Για πρώτη φόρα οι κάτοικοι του Χωριού το έβλεπαν και απορούσαν
Άρχισαν να συνομιλούν  μεταξύ τους και να αναρωτιούνται  …..
Ο Ήλιος από ψηλά που τους κοιτούσε …..δάκρυσε  …το δάκρυ του καυτό έπεσε στην γη  και έκαψε το χάρτινο φεγγάρι  στο μικρό κουτί .
Οι κάτοικοι στενοχωρημένοι για την πράξη του Ήλιου άρχισαν να του φωνάζουν και να τον διώχνουν .
Πέρασαν μέρες και ο Ήλιος έμενε κρυμμένος  πίσω από μεγάλα μαύρα σύννεφα .
Στο χωριό η μέρα έγινε νύχτα. Ένα μαύρο πέπλο είχε απλωθεί στο μικρό χωριό
Οι ηλιόλουστες μέρες πέρασαν ……και ξαφνικά ένας χωρικός έστρεψε τα μάτια του στον ουρανό και διέκρινε το «πρώτο φεγγάρι»….όμοιο με εκείνο που είχε ο ξένος στο κουτί  μα πιο μεγάλο  ……..πιο επιβλητικό με ένα ασημένιο  φως
Σύντομα το είχε μάθει όλο το χωριό ..και όλοι έτρεχαν να το δουν .
Το κοιτούσαν με θαυμασμό αλλά ήταν τόσο μακριά που δεν μπορούσαν  να το πιάσουν. Πέρασαν μήνες και το σκοτάδι στο χωριό είχε γίνει αφόρητο .
Οι καλοί κάτοικοι του χωριού άρχισαν να παρακαλούν  τον Ήλιο να φανερωθεί
Το φεγγάρι λυπημένο και αυτό μαζί με την μητέρα του την νύχτα , παρακαλούσε τον Ήλιο να φωτίσει το χωριό και συμφωνούσε μαζί του την ημέρα να μένει κρυμμένο , από τα μάτια των ανθρώπων.
Ο Ήλιος  που χαμογελούσε με τις καυτές αχτίνες του κάθε μέρα στους καλούς χωρικούς μια μέρα πείσθηκε .
Με χάρη παρουσιάστηκε και όλοι οι κάτοικοι  με το φως ευτυχισμένοι χαιρέτησαν
το φεγγάρι που χαμογελούσε  από μακριά και έδινε υπόσχεση να έρχεται μια φορά τον μήνα  φορώντας την αστραφτερή ασημένια φορεσιά του, και εκείνοι την νύχτα  να του λένε τα όνειρα τους ,να τα παίρνει μαζί  και να ταξιδεύει  μαζί τους για άλλες  μεγάλες χώρες μακρινές και να τα λέει σε άλλους ανθρώπους και όταν επιστρέφει να τους λέει τα όνειρα των άλλων ανθρώπων 
Οι κάτοικοι αποχαιρέτησαν το ασημένιο φεγγάρι ……
Ο ήλιος άπλωσε για άλλη μια φόρα τις αχτίνες του  φωτίζοντας το μικρό χωριό και οι κάτοικοι συνέχισαν να είναι αγαπημένοι και ευτυχισμένοι   στο μικρό ηλιογέννητο χωριό τους


ΕΥΤΥΧΙΑ ΚΑΠΑΡΔΕΛΗ
«ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΦΕΓΓΑΡΙ»
ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΤΗΣ ΓΙΑΓΙΑΣ, ΠΑΤΡΑ

------- 

ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ: ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ

Γράφω
με το μαχαίρι στο λαιμό
Γράφω
πρέπει να τελειώσω πριν πέσει η νύχτα
σκοτεινιάζει
Γράφω
μια λέξη, δύο λέξεις
και πάλι
μια λέξη, δύο λέξεις

σκοτεινιάζει
Γράφω
με αίμα

μόνο, με αίμα




ΓΙΩΡΓΟΣ ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ
"ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ: ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ"
ΠΟΙΗΜΑ, ΑΘΗΝΑ, 2011



----
Το Εγώ, το Αυτό, το Εκείνο

Η αντίληψη της γήινης ύπαρξης
οριοθετεί τα όρια
του Εγώ,
του όντος εντός του όντος,
του αέναα μετενσαρκωμένου Εγώ,
του συναποτελούμενου όντος
ομού με το Αυτό,
-το άλλο Εγώ-.
Το Αυτό
στέκει
απέναντί μου!
Το πιο κοντινό μου
της εναλλακτικής αντίληψης του κόσμου τούτου
Εγώ
και το ανέκφραστο
Αυτό
της απέναντι όχθης,
που σιμά της ξεκινούν τα μονοπάτια
που οδηγούν στο
Εκείνο,
στην ύπαρξη μέσα στην ύπαρξη,
στη δημιουργία μέσα στη δημιουργία,
στην αντίληψη μέσα στην αντίληψη,
στην τριπλότητα
του Εγώ, του Αυτό, του Εκείνο
που συνοπτικά αποκαλούνται: ΑΓΑΠΗ.


ΟΔΥΣΣΕΙΑ ΦΙΣΚΥΛΗ
«Το Εγώ, το Αυτό, το Εκείνο»
ΠΟΙΗΜΑ, ΑΘΗΝΑ 2011
---


ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΜΟΥ

Μέσα στην καταιγίδα. Πρόφερα τ’ όνομά μου. Ακούστηκε. Σαν αχνός λυγμός. Σπαρταρούσαν. Τα φωνήματα. Μέσα σ’ αυτή τη λέξη. Τ’ όνομα. Αυτό που μου χάρισες. Εσύ. Για να υπάρξω. Στο δέρμα μου λαμπύρισαν χρυσά φτερά. Στ’ άκρα τους μόρια φωτός. Σχεδόν αγγίξαν. Τα όρια της ανυπαρξίας.

Τα ηλιοτρόπια ανθίζαν. Ένας ρυθμός που ξέσκιζε τ’ ατσάλι. Ένας καρπός πιο άκαρπος. Μια πειθώς στην άβυσσο. Ένα χάσμα. Κοντά στον ήλιο. Κοντά, στην πιο σκοτεινή πλευρά μου. Ένα θραύσμα αλήθειας.

Ο λόγος είν’ η αρχή και το τέλος. Σαν μνημόνιο. Φως. Αγγελικών διανοιών. Αίτιο και αιτιατό. Αντανακλάσεις της εσπέρας. Γαλαζορόδινη. Καθρεφτίζει. Το διαιρεμένο σώμα. Τον εξαντλημένο εγκέφαλο. Τον ανασυγκροτημένο. Μεσ’ στην αχανή ολότητά του.

Το κορμί. Κυλιέται αναίσχυντα. Σε μια παραφορά δακρύων. Σε μια λίμνη υλιστικών δρακόντων. Φλεγουσών επιθυμιών. Κρύπτη ορνέων. Μετουσιώσεις ονείρων. Αναγεννημένων. Από τις σκιές. Ένας κύκλος. Ένα παιχνίδι πλευρικών κατόπτρων. Ανεστραμμένων.

Ουλές του παρελθόντος. Ακριβοδίκαια κατανεμημένες στη ροή του αίματος. Υγρές, λείες κοιλότητες στο έδαφος της γνώσης. Νους, συσκοτισμένη ύπαρξη. Απέραντη μνήμη. Ξεπηδά σα φωτιά. Σαν ίχνη. Σαν ουλές που αφήνει στο διάβα του το σώμα. Χαρακιές. Σε υπέργειο καθρέφτη.

Ουράνιοι τροχοί. Ρινίσματα φωτός. Ψίθυροι. Μεσ’ στην αχανή άβυσσο. Χαώδης διαρπαγή σοφών ενστίκτων. Λυγμός. Σαν αχνός λυγμός. Ακούστηκε. Στην άβυσσο. Στο λιβάδι με τους ασφόδελους. Λευκές ουλές. Εναλλάσσονται. Με κυματοειδείς. Μαύρες γραμμές. Εκτυφλωτικές αντανακλάσεις. Χωρίς περιγράμματα. Χωρίς χρώματα. Το φως γδέρνει το σκοτάδι. Ένα φανάρι στην ομίχλη. Τολμώ να το προφέρω. Η λέξη. Αναβλύζει από μια πηγή. Φεγγαρόφωτο. Πλάι, το ποτάμι. Ακούστηκε. Σαν ουρλιαχτό.



ΑΡΤΕΜΙΣ ΒΑΖΙΡΓΙΑΝΤΖΙΚΗ

"ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΜΟΥ"
ΠΟΙΗΜΑ, ΑΘΗΝΑ, 2011





Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις